ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ Η Ορθοδοξία, η Παράδοση και ο Πνευματικός Λόγος

Τελευταίες Δημοσιεύσεις

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ (προεόρτια τῶν Φώτων). Θεοπέμπτου καὶ Θεωνᾶ μαρτύρων (†305), Συγκλητικῆς ὁσίας (†350).

 

 (προεόρτια τῶν Φώτων). Θεοπέμπτου καὶ Θεωνᾶ μαρτύρων (†305), Συγκλητικῆς ὁσίας (†350).
 
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Γ´ 1 - 18



1 Ἐν ἔτει δὲ πεντεκαιδεκάτῳ τῆς ἡγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος, ἡγεμονεύοντος Ποντίου Πιλάτου τῆς Ἰουδαίας, καὶ τετραρχοῦντος τῆς Γαλιλαίας Ἡρῴδου, Φιλίππου δὲ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ τετραρχοῦντος τῆς Ἰτουραίας καὶ Τραχωνίτιδος χώρας, καὶ Λυσανίου τῆς Ἀβιληνῆς τετραρχοῦντος, 2 ἐπὶ ἀρχιερέως Ἅννα καὶ Καϊάφα, ἐγένετο ῥῆμα Θεοῦ ἐπὶ Ἰωάννην τὸν Ζαχαρίου υἱὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ. 3 καὶ ἦλθεν εἰς πᾶσαν τὴν περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, 4 ὡς γέγραπται ἐν βίβλῳ λόγων Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑ τοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ· 5 πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσται τὰ σκολιὰ εἰς εὐθείαν καὶ αἱ τραχεῖαι εἰς ὁδοὺς λείας, 6 καὶ ὄψεται πᾶσα σὰρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ. 7 Ἔλεγεν οὖν τοῖς ἐκπορευομένοις ὄχλοις βαπτισθῆναι ὑπ’ αὐτοῦ· Γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς; 8 ποιήσατε οὖν καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας· καὶ μὴ ἄρξησθε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς, πατέρα ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι δύναται ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ. 9 ἤδη δὲ καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ῥίζαν τῶν δένδρων κεῖται· πᾶν οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται. 10 Καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν οἱ ὄχλοι λέγοντες· Τί οὖν ποιήσωμεν; 11 ἀποκριθεὶς δὲ λέγει αὐτοῖς· Ὁ ἔχων δύο χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι, καὶ ὁ ἔχων βρώματα ὁμοίως ποιείτω. 12 ἦλθον δὲ καὶ τελῶναι βαπτισθῆναι, καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν· Διδάσκαλε, τί ποιήσωμεν; 13 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς· Μηδὲν πλέον παρὰ τὸ διατεταγμένον ὑμῖν πράσσετε. 14 ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν καὶ στρατευόμενοι λέγοντες· Καὶ ἡμεῖς τί ποιήσωμεν; καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Μηδένα συκοφαντήσητε μηδὲ διασείσητε, καὶ ἀρκεῖσθε τοῖς ὀψωνίοις ὑμῶν. 15 Προσδοκῶντος δὲ τοῦ λαοῦ καὶ διαλογιζομένων πάντων ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν περὶ τοῦ Ἰωάννου, μήποτε αὐτὸς εἴη ὁ Χριστός, 16 ἀπεκρίνατο ὁ Ἰωάννης ἄπασι λέγων· Ἐγὼ μὲν ὕδατι βαπτίζω ὑμᾶς· ἔρχεται δὲ ὁ ἰσχυρότερός μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ· αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρί. 17 οὗ τὸ πτύον ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ διακαθαριεῖ τὴν ἅλωνα αὐτοῦ, καὶ συνάξει τὸν σῖτον εἰς τὴν ἀποθήκην αὐτοῦ, τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ. 18 πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἕτερα παρακαλῶν εὐηγγελίζετο τὸν λαόν. 

 

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Γ´ 1 - 18



1 Κατὰ δὲ τὸ δέκατον πέμπτον ἔτος τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Τιβερίου Καίσαρος, ὅταν ἦτο ἡγεμὼν εἰς τὴν Ἰουδαῖαν ὁ Πόντιος Πιλᾶτος, καὶ τετράρχης εἰς τὴν Γαλιλαῖαν ὁ Ἡρῴδης Ἀντίπας, ὁ δὲ Φίλιππος ὁ ἀδελφός του ἦτο τετράρχης τῆς Ἰτουραίας καὶ τῆς Τραχωνίτιδος χώρας, καὶ ὁ Λυσανίας ἦτο τετράρχης τῆς Ἀβιληνῆς, 2 ἐπὶ τῶν ἀρχιερέων Ἄννα καὶ Καϊάφα ἦλθε διαταγὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν Ἰωάννην τὸν υἱὸν τοῦ Ζαχαρίου εἰς τὴν ἔρημον, ὅπου ἔμενεν οὗτος. 3 Καὶ κατόπιν τῆς θείας ταύτης κλήσεως ἦλθεν ὁ Ἰωάννης εἰς ὅλα τὰ περίχωρα τοῦ Ἰορδάνου καὶ μὲ τὸ κήρυγμά του προέτρεπε τὸν λαὸν νὰ βαπτισθῇ βάπτισμα συνοδευόμενον μὲ μετάνοιαν πρὸς τὸν σκοπόν, τοῦ νὰ ἐπιτύχουν οἰ βαπτιζόμενοι τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν των, τὴν ὁποίαν θὰ τοὺς ἐξησφάλιζεν ὁ μετ’ ὀλίγον ἐρχόμενος Μεσσίας. 4 Καὶ ἦλθεν ὁ Ἰωάννης νὰ κάμῃ ἕνα τέτοιο κήρυγμα σύμφωνα μὲ ὅσα ἔχουν γραφῆ εἰς τὸ βιβλίον, ποὺ περιέχει τοὺς θεοπνεύστους λόγους τοῦ προφήτουἩσαΐου, ὁ ὁποῖος εἶπε· Φωνὴ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος κράζει εἰς τὴν ἔρημον καὶ λέγει· Ἐτοιμάσατε τὸν δρόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἔλθῃ πρὸς σᾶς ὁ Κύριος· κάμετε ἴσιους καὶ ὁμαλοὺς τοὺς δρόμους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ περάσῃ, καθαρίζοντες μὲ τὴν μετάνοιαν τὸ ἐσωτερικόν σας διὰ νὰ δεχθῇ τὸν Κύριον· 5 κάθε χαράδρα καὶ λαγκάδι θὰ γεμίσῃ καὶ θὰ σκεπασθοῦν τὰ χάσματά του καὶ κάθε μεγάλο βουνὸν καὶ κάθε μικρὸς λόφος θὰ χαμηλώσῃ, ὥστε τὸ ἔδαφος νὰ γίνῃ παντοῦ ὁμαλόν. Καὶ ἔτσι τὰ στραβὰ καὶ ἀνώμαλα θὰ ἰσάξουν καὶ θὰ εὐθυγραμμισθοῦν καὶ οἱ πετρώδεις δρόμοι θὰ γίνουν ὁμαλοὶ καὶ μαλακοί. Κάθε δηλαδὴ ἔλλειψις εὐλαβείας καὶ εἰλικρινείας καὶ ἀρετῆς, ποὺ γεννᾷ ἠθικὸν χάσμα εἰς τὰς ψυχάς, καὶ κάθε ἐγωϊσμὸς καὶ ἀλαζονεία, ποὺ σὰν ἄλλο βουνὸν ὑψώνεται εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, καὶ κάθε ἀνωμαλία καὶ τραχύτης καὶ δυστροπία, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας, πρέπει νὰ ἑξαλειφθοῦν καὶ νὰ γίνουν αἱ ψυχαὶ σὰν ἄλλοι δρόμοι καὶ πλατεῖαι ὁμαλαὶ καὶ ἰσοπεδωμέναι διὰ νὰ γίνῃ μέσα εἰς αὐτὰς ἡ ὑποδοχὴ τοῦ μεγάλου βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἔρχεται, 6 καὶ τότε, ὅταν συντελεσθῇ ἡ ἠθικὴ αὐτὴ προπαρασκευή, κάθε καλοδιάθετος ἄνθρωπος, μολονότι φέρει τὴν ἀδύνατον σάρκα, θὰ ἴδῃ καὶ θὰ ἀπολαύσῃ τὸ μέσον τῆς σωτηρίας, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ ᾠκονόμησεν ὁ Θεός. 7 Ἔλεγε λοιπὸν ὁ Ἰωάννης εἰς τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ποὺ ἔβγαιναν διὰ νὰ βαπτισθοῦν ὑπ’ αὐτοῦ· Ἀπόγονοι τῶν φαρμακερῶν ὀχιῶν, ποὺ ἔχετε τὴν κακίαν κληρονομικήν, διότι καὶ οἱ πρόγονοί σας ἦσαν γεμᾶτοι ἀπὸ τὸ δηλητήριον τῆς πονηρίας καὶ μοχθηρίας, ποῖος σᾶς συνεβούλευσε καὶ σᾶς ἐδείξε τὸν δρόμον νὰ φύγετε καὶ νὰ σωθῆτε ἀπὸ τὴν ὀργήν, ποὺ πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ξεσπάσῃ; 8 Μόνον τὸ βάπτισμα δὲν σᾶς ὠφελεῖ. Ἐὰν λοιπὸν θέλετε νὰ σωθῆτε ἀπὸ τὴν ὀργήν, κάμετε ἔργα ἀγαθά, τὰ ὁποῖα εἶναι καρποὶ ἄξιοι τῆς ἀληθοῦς μετανοίας, καὶ δείξατε μὲ πράξεις ἐναρέτους τὴν εἰλικρινῆ μετάνοιάν σας καὶ μὴν ἀρχίσετε νὰ λέγετε μέσα σας· Πατέρα ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ· διότι σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει τὴν δύναμιν ἀπὸ τὸ πλέον ἀκατάλληλον ὑλικόν, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς λίθους αὐτοὺς νὰ ἀναστήσῃ ἀπογόνους εἰς τὸν Ἀβραάμ. 9 Τώρα δὲ καὶ ὁ πέλεκυς τῆς θείας κρίσεως καὶ ὀργῆς εὑρίσκεται κοντὰ εἰς τὴν ρίζαν τῶν δένδρων, ἕτοιμος νὰ κόψῃ σύρριζα κάθε ἄνθρωπον, ποὺ ὁμοιάζει πρὸς ἄκαρπον δένδρον. Κάθε δένδρον, ποὺ δὲν κάνει καρπὸν καλόν, κόπτεται ἀπὸ τὸ βάθος του καὶ ρίπτεται εἰς τὸ πῦρ. Αὐτὸ θὰ πάθῃ καὶ κάθε ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἔχει καρπὸν ἀρετῆς. 10 Καὶ τὸν ἠρώτων τὰ πλήθη καὶ τοῦ ἔλεγαν· Τί λοιπὸν πρέπει νὰ κάμωμεν, διὰ νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὴν ὀργήν; 11 Ἀπεκρίθη δὲ καὶ τοὺς εἶπεν· Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει δύο ὑποκάμισα, ἂς τὰ μοιρασθῇ μὲ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τροφάς, ἂς κάμῃ καὶ αὐτὸς τὸ ἴδιο καὶ ἂς τὰς μοιρασθῇ μὲ ἐκεῖνον ποὺ πεινᾷ. 12 ἮλΘαν δὲ μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τελῶναι νὰ βαπτισθοῦν καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν· Διδάσκαλε, τί νὰ κάμωμεν; 13 Ἐκεῖνος δὲ τοὺς εἶπε· Μὴν εἰσπράττετε τίποτε παραπάνω ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ σᾶς ἔχει διαταχθῇ ἀπὸ τὸν νόμον νὰ εἰσπράττετε. 14 Τὸν ἠρώτων δὲ καὶ στρατιωτικοὶ καὶ ἔλεγαν· Καὶ ἡμεῖς τί νὰ κάμωμεν; Καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· μὴ κατηγορήσετε ψευδῶς κανένα καὶ μὴ ἐκβιάσετε διὰ τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀπειλῆς διὰ νὰ ἀποσπάσετε χρήματα ἐξ αὐτοῦ· καὶ νὰ ἀρκῆσθε εἰς τὸν μισθόν, ποὺ σᾶς δίδει τὸ δημόσιον. 15 Ἐνῷ δὲ ὁ λαὸς ἐπερίμενε τὸν Μεσσίαν καὶ ἐσυλλογίζοντο ὅλοι μέσα εἰς τὰς διανοίας των διὰ τὸν Ἰωάννην, μήπως ἦτο αὐτὸς ὁ Χριστός, 16 ἀπεκρίθη ὁ Ἰωάννης εἰς ὅλους καὶ εἶπεν· Ἐγὼ μὲν σᾶς βαπτίζω μὲ ἁπλὸν καὶ κοινὸν νερόν, Ἔρχεται ὅμως ἐκεῖνος, ποὺ λόγῳ τοῦ ἀξιώματός του καὶ τῆς θείας φύσεώς του εἶναι δυνατώτερος ἀπὸ ἐμέ, τοῦ ὁποίου δὲν εἶμαι ἐγὼ ἄξιος νὰ λύσω οὔτε τὸ λωρίον τῶν ὑποδημάτων του. Αὐτὸς θὰ σᾶς βαπτίσῃ μὲ Πνεῦμα Ἅγιον καὶ μὲ τὸ καθαρτικὸν πῦρ τῆς χάριτος. 17 Κρατεῖ εἰς τὴν χεῖρα φτυάρι καὶ λιχνίζει. Ἡ δικαία του κρίσις δηλαδὴ εἶναι ἕτοιμος νὰ λειτουργήσῃ. Καὶ θὰ καθαρίσῃ τελείως τὸ ἁλώνιόν του, ἤτοι τὸν κόσμον ὁλόκληρον. Καὶ θὰ συνάξῃ τὸν σῖτον του εἰς τὴν ἀποθήκην, δηλαδὴ τοὺς ἐναρέτους εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, τὸ δὲ ἄχυρον, ἤτοι τοὺς ἀμετανοήτους, θὰ κατακαύσῃ μὲ φωτιά, ποὺ δὲν σβήνει ποτέ. 18 Πολλὰ λοιπὸν καὶ ἄλλα ἔλεγε προτρέπων καὶ παρηγόρων τὸν λαόν, ποὺ εὑρίσκετο εἰς ἀθλιότητα πνευματικήν, καὶ ἐκήρυττε πρὸς αὐτὸν τὴν χαροποιὸν εἴδησιν, ὅτι ἔρχεται μετ’ ὀλίγον ὁ Σωτήρ. 

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Γ´ 1 - 18



1 Κατά δε το δέκατον πέμπτον έτος της αυτοκρατορίας του Τιβερίου Καίσαρος, όταν ηγεμών της Ιουδαίας ήτο ο Ποντιος Πιλάτος, και τετράρχης της Γαλιλαίας ο Ηρώδης Αντίπας, ο δε Φιλιππος, ο αδελφός αυτού, τετράρχης της Ιτουραίας και της Τραχωνίτιδος χώρας και ο Λυσανίας τετράρχης της Αβιληνής, 2 όταν αρχιερείς εις Ιεροσόλυμα ήσαν ο Αννας και ο Καϊάφας, διέταξεν ο Θεός τον Ιωάννην τον υιόν του Ζαχαρίου, που έμενεν εις την έρημον, 3 και ήλθεν εις όλην την περιοχήν του Ιορδάνου, κηρύσσων προς τον λαόν του Ισραήλ και προτρέπων αυτούς να βαπτισθούν βάπτισμα μετανοίας, δια να πάρουν άφεσιν αμαρτιών που θα τους έδιδεν εντός ολίγου ο Μεσσίας. 4 Αυτό δε το έργο του Ιωάννου είχε προαναγγελθή τα θεόπνευστα λόγια του Ησαΐου, ο οποίος είχε προφητεύσει "θα ακουσθή φωνή ανθρώπου, ο οποίος κράζει εις την έρημον και λέγει, ετοιμάσατε την οδόν του Κυρίου, κάμετε ίσους και ομαλούς του δρόμους του, από τους οποίους θα περάση (προπαρασκευάσατε δηλαδή τας καρδίας σας, διά να σας επισκεφθή ο Λυτρωτής) 5 Καθε φάραγγι θα γεμίση (θα σκεπασθούν δηλαδή τα χάσματα, που η έλλειψις της αρετής δημιουργεί εις τας ψυχάς) και κάθε όρος και βουνό θα χαμηλώση και θα ισοπεδωθή (κάθε δηλαδή εγωϊσμός και υψηλοφροσύνη, που εμποδίζει την λυτρωτική χάριν του Θεού, θα εξαλειφθή και θα σβήση από τας ψυχάς) τα στραβά και ανώμαλα μονοπάτια θα γίνουν ευθεία οδός και οι πετρώδεις δρόμοι ομαλοί.(Ανωμαλίαι και τραχύτητες και ιδιοτροπίαι που δημιουργούν τα πάθη, θα φύγουν από τας ψυχάς, δια να υποδεχθούν αυταί τον Σωτήρα). 6 Και όταν θα πραγματοποιηθή αυτή η ηθική προπαρασκευή, τότε κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος θα ιδή και θα απολαύση την σωτηρίαν που στέλνει ο Θεός”. 7 Ελεγε δε ο Ιωάννης εις τα πλήθη του λαού, που έβγαιναν από τας πόλεις και ήρχοντο να βαπτισθούν από αυτόν· “κακοί απόγονοι από φαρμακερές οχιές, σεις που έχετε κληρονομήσει την κακίαν των προγόνων σας, ποιός σας υπέδειξε τον τρόπον, δια να αποφύγετε την οργήν της θείας δικαιοσύνης, που πρόκειτε έντος ολίγου να ξεσπάση; 8 Εάν με την καρδιά σας δέχεσθε ειλικρινώς το βάπτισμα της μετανοίας και θέλετε να σωθήτε από την οργήν, κάμετε έργα αγαθά, άξια και σύμφωνα με την μετάνοιάν σας. Και μην αρχίσετε να λέγετε μεταξύ σας με αλαζονείαν· Εχομεν πατέρα τον Αβραάμ. Διότι σας λέγω τούτο, ότι ημπορεί ο Θεός και από τους λίθους αυτούς να αναδείξη τέκνα στον Αβραάμ. 9 Τωρα δε και ο πέλεκυς της θείας κρίσεως ευρίσκεται κοντά εις την ρίζαν των δένδρων· κάθε λοιπόν δένδρον, που δεν παράγει καρπόν καλόν, κόβεται και ξερριζώνεται και ρίπτεται εις την φωτιά”. 10 Και τον ερωτούσαν τα πλήθη· “τι λοιπόν να κάμωμεν, δια να σωθώμεν από την οργήν του Θεού;” 11 Απήντησε δε και τους είπε· “αυτός που έχει δύο χιτώνας, ας δώση τον ένα εις εκείνον που δεν έχει, και Εκείνος που έχει τροφάς, ας κάμη το ίδιο”. 12 Ηλθαν δε και τελώναι να βαπτισθούν και είπαν προς αυτόν· “διδάσκαλε τι να κάμωμεν;” 13 Εκείνος δε τους είπε· “μη εισπράττετε τίποτε παραπάνω από εκείνο, που έχει ορισθή από τον νόμον”. 14 Ερωτούσαν δε αυτόν και οι υπηρετούντες ως στρατιώται, λέγοντες· “και ημείς τι να κάμωμεν;” Και είπε προς αυτούς· “κανένα να μη συκοφαντήσετε, κανένα να μη εκφοβήσετε με απειλάς, δια να του αποσπάσετε χρήματα, και να αρκήσθε στον μισθόν σας”. 15 Ενώ δε ο λαός επερίμενε τον Μεσσίαν και εσκέπτοντο μέσα των δια τον Ιωάννην, μήπως αυτός είναι ο Χριστός, 16 απεκρίθη ο Ιωάννης εις όλους, λέγων· “εγώ μεν σας βαπτίζω με νερό, έρχεται όμως ο ισχυρότερός μου, του οποίου εγώ δεν είμαι άξιος να λύσω το λωρί των υποδημάτων του· αυτός θα σας βαπτίση με Πνεύμα Αγιον και με το αγιαστικόν πυρ της χάριτος. 17 Αυτός κρατεί το φτυάρι στο χέρι του και θα ξεκαθαρίση το αλώνι του και θα συγκεντρώση το σιτάρι εις την αποθήκην του (τους δικαίους δηλαδή εις την βασιλείαν των ουρανών), το δε άχυρον (τους αμετανοήτους δηλαδή αμαρτωλούς), θα τους κατακαύση με φωτιά, που δεν σβήνει ποτέ”. 18 Πολλά μεν λοιπόν και άλλα εδίδασκε προτρέπων εις μετάνοιαν και παρηγορών τους θλιβομένους από την αμαρτίαν και εκήρυττε προς τον λαόν το χαρμόσυνον μήνυμα της ελεύσεως του Χριστού. 

 

 

 https://www.saint.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια