Σήμερο που βγήκε απόφαση να γίνει η Αγιά Σοφιά τζαμί, θυμήθηκα μια ηλικιωμένη γυναίκα που είχα συναντήσει σε ένα χωριό κάποτε.
"Νύφη είμαι, παιδί μου", έσπευσε να μου εξηγήσει, όταν τη ρώτησα αν είχε μεγαλώσει στο χωριό που με είχε βγάλει ο δρόμος.
Στη Θράκη μεγάλωσε, παντρεύτηκε έναν κρητικό και τον ακολούθησε στον νότο.
Θυμήθηκα λοιπόν μια ιστορία που μου είχε πει και ίσως τη γνωρίζετε αρκετοί από εσάς.
Για το χτίσιμο της μεγάλης εκκλησιάς.
- Μια μέλισσα. Μικρή, ταπεινή και εργατική. Μια μέλισσα είναι η αιτία και χτίστηκε η μεγάλη εκκλησιά της χριστιανοσύνης μας τόσο σπουδαία, είπε ανάμεσα στις ιστορίες που κουβεντιάζαμε.
Δε μίλησα. Την άφησα να ξεδιπλώσει τον λόγο της, τη στιγμή που το βλέμμα της ταξίδεψε στα βουνά απέναντι.
Εκείνη, ανασκαλεύοντας τη μνήμη της ανάμεσα σε αυτά που είχε ακούσει ή διαβάσει κάπου, συνέχισε με ήρεμη φωνή:
- Ο αυτοκράτορας είχε αποφασίσει να χτίσει στην Πόλη την Αγία Σοφία και κάλεσε τον πρωτομάστορα να του δώσει ένα καλό σχέδιο. Έπρεπε να είναι αρχοντικό.
Μα όσα σχέδια κι αν του πήγαινε ο αρχιμάστορας, κανένα δεν ικανοποιούσε τον βασιλιά.
Μια Κυριακή λοιπόν, στη λειτουργία, πλησίασε ο αυτοκράτορας να πάρει το αντίδωρο, αλλά του έπεσε στο πάτωμα. Μια μέλισσα το άρπαξε κι έκανε να φύγει από το παράθυρο, αλλά τότε έδωσε εντολή ο βασιλιάς να ψάξουν όλα τα μελίσσια της πόλης, να βρουν το αντίδωρο.
Άνοιξε και ο πρωτομάστορας τα δικά του μελίσσια και τί βλέπει;, ρώτησε η γιαγιά κι έστρεψε το βλέμμα της στο δικό μου.
Την κοιτούσα με απορία σα κοπέλι, δίχως να μπορώ να σκεφτώ την απάντηση.
Εκείνη χαμογέλασε και συνέχισε:
- Μέσα στην κυψέλη ήταν σκαλιστή μια εκκλησία αριστοκρατική, σπουδαία, που όμοιά της δεν υπήρχε στον ντουνιά. Οι μέλισσες δούλευαν σκληρά όλες τις μέρες το κερί τους κι έχτισαν τούτη την εκκλησιά.
Πήγε στο τέλος η μέλισσα και άφησε το αντίδωρο πάνω στην Αγία Τράπεζα.
Αυτό το σχέδιο πήρε ο αρχιμάστορας και έδωσε του βασιλιά κι εγίνηκε η Αγία Σοφία όπως τη γνωρίζουμε τρανή!
Στην τελευταία λέξη έκλεισε όλο τον θαυμασμό και το δέος για το αρχιτεκτονικό θαύμα του χριστιανισμού. Έγνεψα κι εγώ με περηφάνεια.
Γύρισε έπειτα το βλέμμα της πάλι στα βουνά απέναντι.
Πέρασαν λίγα λεπτά στη σιωπή.
Η φωνή της βάρυνε σα ξεστόμισε τούτα τα λόγια:
- Δε με νοιάζει να πεθάνω μακριά από τον τόπο που γεννήθηκα, αλλά θα 'θελα να 'ταν τρόπος να δω την Αγιά Σοφιά μια φορά πριν κλείσω τα μάτια μου.
Της έπιασα το χέρι και θαρρώ πως τα μάτια της βούρκωσαν.
Και των δυονώ μας...
Τη θυμήθηκα τη γυναίκα αυτή σήμερο.
Σήμερο που αποφάσισαν να κάνουν την Αγιά Σοφιά τζαμί.
***
Μαρία-Στέλλα Ζεάκη
https://m.facebook.com/groups/298979163593153?view=permalink&id=1605046756319714
